Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Οδεύουν η Τουρκία και το Ισραήλ προς σύγκρουση;

Η κυβέρνηση Τραμπ οφείλει να δράσει άμεσα για την αποκλιμάκωση της έντασης μεταξύ των δύο στενότερων εταίρων της στη Μέση Ανατολή.


Του Mohammed Ayoob για το The National Interest
Μετάφραση και σχολιασμός, CosmoStatus


Μια ακόμη σοβαρή διακρατική κρίση φαίνεται να διαφαίνεται στον ορίζοντα στη Μέση Ανατολή, φέρνοντας αυτή τη φορά αντιμέτωπες το Ισραήλ και την Τουρκία. Τα σημάδια της είχαν φανεί ήδη πριν από δύο χρόνια, με τη δήλωση του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τον Οκτώβριο του 2024 —λίγο πριν από την επίθεση των ανταρτών που οδήγησε στην πτώση του Σύρου Προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ— ότι «ο επόμενος στόχος του Ισραήλ θα είναι η Τουρκία».

Η ισραηλινή αεροπορική επιδρομή στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ της Συρίας, στις 18 Αυγούστου, ενδέχεται τελικά να μνημονεύεται ως η απαρχή της επαλήθευσης εκείνης της πρόβλεψης και ως η στιγμή που η μακρόχρονη επιδείνωση των ισραηλινο-τουρκικών σχέσεων απέκτησε σαφώς στρατιωτική διάσταση. Στη βάση —η οποία απέχει περίπου 80χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα— είχε μεταβεί μόλις λίγες ώρες νωρίτερα τουρκική στρατιωτική αντιπροσωπεία, προκειμένου να επιθεωρήσει εργασίες αποκατάστασης. Το Ισραήλ δήλωσε στη συνέχεια ότι προέβη σε αυτή την ενέργεια επειδή η Συρία βρισκόταν στα πρόθυρα παραβίασης της συμφωνίας ασφαλείας, επιτρέποντας την ανάπτυξη τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στο εν λόγω σημείο. Η Τουρκία και η Συρία απέρριψαν τη δικαιολογία του Ισραήλ.

Ακόμη πιο αξιοσημείωτη ήταν η αντίδραση του Τομ Μπάρακ, Αμερικανού πρεσβευτή στην Τουρκία και ειδικού απεσταλμένου του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τη Συρία. Ο Μπάρακ αποκάλυψε ότι η Άγκυρα δεν είχε ειδοποιηθεί για την ισραηλινή επιχείρηση και, ως εκ τούτου, θα μπορούσε εύλογα να εκλάβει την προσέγγιση ισραηλινών αεροσκαφών στα τουρκικά σύνορα ως απειλή και να απογειώσει τα δικά της μαχητικά. Προχώρησε μάλιστα ένα βήμα παραπέρα, υπονοώντας ότι μια πιθανή εξήγηση ήταν πως το Ισραήλ «προκαλούσε τους Τούρκους» ώστε να τους παρασύρει σε στρατιωτική σύγκρουση.

Σχόλιο: αποτελεί ανέκδοτο η πιθανότητα να απογειώσει η Τουρκία F-16 για να αναμετρηθεί με Ισραηλινά F-15 ή F-16 ή F-35. Το Ισραήλ δεν προκαλούσε την Τουρκία. Την προειδοποιούσε.

Ανεξάρτητα από το ακριβές κίνητρο του Ισραήλ, το περιστατικό καταδεικνύει πόσο ριζικά έχει μεταβληθεί το στρατηγικό τοπίο στη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία και το Ισραήλ αποτελούσαν κάποτε πυλώνες μιας άτυπης περιφερειακής σύμπλευσης. Κατά τη δεκαετία του 1990, οι στρατιωτικοί τους μηχανισμοί συνεργάζονταν στενά, οι δεσμοί στον τομέα των πληροφοριών ήταν ισχυροί και οι δύο πλευρές θεωρούσαν η μία την άλλη ως χρήσιμο αντίβαρο απέναντι σε εχθρικούς γείτονες. Η σχέση αυτή επιδεινώθηκε ραγδαία επί προεδρίας Ερντογάν, ιδίως μετά το περιστατικό του «Mavi Marmara» το 2010, κατά το οποίο ισραηλινές επιθέσεις στοίχισαν τη ζωή σε 10 Τούρκους πολίτες. Ωστόσο, οι περίοδοι έντασης διαδέχονταν επανειλημμένα από προσπάθειες συμφιλίωσης. Μόλις το 2022, οι δύο κυβερνήσεις αποκατέστησαν πλήρως τις διπλωματικές τους σχέσεις.

Η καταστροφή της Γάζας από το Ισραήλ —η οποία στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 70.000 Παλαιστίνιους και εκτόπισε το μεγαλύτερο μέρος των δύο εκατομμυρίων κατοίκων της— διέλυσε εκείνη την εύθραυστη εξομάλυνση των σχέσεων. Ο Ερντογάν αναδείχθηκε σε έναν από τους πιο αδιάλλακτους επικριτές της ισραηλινής πολιτικής εθνοκάθαρσης στη Γάζα, ενώ η Άγκυρα ανέστειλε το άμεσο εμπόριο με το Ισραήλ. Από την πλευρά τους, οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι άρχισαν ολοένα και συχνότερα να χαρακτηρίζουν δημόσια την Τουρκία όχι απλώς ως μια μη φιλική κυβέρνηση, αλλά ως έναν εν δυνάμει στρατηγικό αντίπαλο.

Ωστόσο, το πεδίο μιας ενδεχόμενης ισραηλινο-τουρκικής σύγκρουσης έχει πλέον μετατοπιστεί από τη Γάζα στη Συρία, η οποία παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη στρατηγική σημασία για την Τουρκία. Η ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ και η εγκαθίδρυση της κυβέρνησης υπό τον Αχμέντ αλ Σαρά ενίσχυσαν δραστικά τη θέση της Τουρκίας στη Συρία. Η Άγκυρα έχει αναδειχθεί σε έναν από τους βασικούς πολιτικούς και στρατιωτικούς εταίρους της Δαμασκού, παρέχοντας εκπαίδευση και συνδρομή καθώς η Συρία επιχειρεί να ανασυγκροτήσει τις ένοπλες δυνάμεις και τους κρατικούς της θεσμούς. Το Ισραήλ αντιλαμβάνεται την ίδια εξέλιξη μέσα από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Επιδιώκει να διατηρήσει την ελευθερία στρατιωτικής δράσης εντός της Συρίας και να αποτρέψει την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνατοτήτων –είτε συριακών είτε τουρκικών– που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις ισραηλινές επιχειρήσεις στη χώρα.

Το αποτέλεσμα είναι μια σύγκρουση μεταξύ δύο ασύμβατων αντιλήψεων για το μέλλον της Συρίας. Η Τουρκία τάσσεται υπέρ της αποκατάστασης ενός κυρίαρχου συριακού κράτους με εδαφική ακεραιότητα, το οποίο θα διατηρεί στενούς δεσμούς με την Άγκυρα. Το Ισραήλ προτιμά μια αδύναμη και αποκεντρωμένη Συρία, όπου καμία ισχυρή στρατιωτική δύναμη δεν θα μπορεί να εδραιωθεί ώστε να περιορίσει την ελευθερία δράσης του Ισραήλ. Η συνεχιζόμενη στρατιωτική παρουσία του Ισραήλ σε τμήματα της νότιας Συρίας και οι επανειλημμένες επιθέσεις του σε συριακές στρατιωτικές υποδομές ενισχύουν την τουρκική εκτίμηση ότι το Ισραήλ προτίθεται να διατηρήσει τη Συρία στρατιωτικά εξασθενημένη και εδαφικά κατακερματισμένη.

Αυτό καθιστά την επίθεση στο Αμπού αλ-Ντουχούρ ιδιαίτερα σημαντική. Το Ισραήλ δεν έπληττε κάποια ιρανική αυτοκινητοπομπή μεταφοράς οπλισμού ή εγκατάσταση της Χεζμπολάχ — τη συνήθη δικαιολογία για τις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Συρία μέχρι σήμερα. Αντιθέτως, έπληττε υποδομές των οποίων την αποκατάσταση είχε αναλάβει ο τουρκικός στρατός. Ο Υπουργός Εξωτερικών της Συρίας δήλωσε ότι η Δαμασκός είχε ενημερώσει ρητά το Ισραήλ πως δεν προβλεπόταν η δημιουργία μόνιμης τουρκικής βάσης στη συγκεκριμένη τοποθεσία.

Σχόλιο: το Ισραήλ γνωρίζει καλά ότι στα εδάφη που εγκαθίσταται ο Τουρκικός στρατός, είτε κατόπιν πρόσκλησης (Λιβύη, Σομαλία και ίσως Συρία) είτε κατόπιν εισβολής (Κύπρος, Ιράκ, Συρία) δεν αποχωρεί ποτέ.

Το έμμεσο ισραηλινό μήνυμα φαίνεται, επομένως, να είναι ευρύτερο: υπάρχουν όρια στον τουρκικό στρατιωτικό ρόλο στη Συρία, τα οποία το Ισραήλ δεν θα επιτρέψει να ξεπεραστούν. Πρόκειται για μια επικίνδυνη θέση όταν απευθύνεται στην Τουρκία. Σε αντίθεση με το Ιράν, η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ και διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες και πιο σύγχρονες ένοπλες δυνάμεις της περιοχής. Επιπλέον, η στρατηγική θέση της Άγκυρας ενισχύθηκε πρόσφατα με τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, στην οποία συμμετέχουν επίσης η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν και η οποία ορίζει ότι μια ένοπλη επίθεση εναντίον οποιασδήποτε από τις τρεις χώρες θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων (αν και οι πρόσφατες επιθέσεις των Χούτι κατά της Σαουδικής Αραβίας ενδέχεται σύντομα να θέσουν τη δέσμευση αυτή σε πρώτη δοκιμασία).

Σχόλιο: η Τουρκία όφειλε να συνδράμει την Σαουδική Αραβία και να χτυπήσει του Χούτι από κοινού. Όμως, περιορίστηκε σε ανακοινώσεις καταδίκης, αποδεικνύοντας την αδυναμία της να βοηθήσει την «σύμμαχο» Σαουδική Αραβία που δέχτηκε επίθεση.

Ούτε το Ισραήλ ούτε η Τουρκία επιθυμούν πραγματικά τον πόλεμο και ο Ερντογάν έχει απαντήσει σε ρητορικό και όχι σε στρατιωτικό επίπεδο στις επανειλημμένες ισραηλινές προκλήσεις. Ωστόσο, η αποτροπή καθίσταται ολοένα και πιο ασταθής όταν και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι διακυβεύονται ζωτικά στρατηγικά συμφέροντα. Η Τουρκία δεν μπορεί να αποδέχεται επ' αόριστον ένα ισραηλινό βέτο στη στρατιωτική της συνεργασία με τη νόμιμη συριακή κυβέρνηση, ιδίως όταν η Άγκυρα θεωρεί τη σταθερότητα της Συρίας ουσιώδη για τη δική της εθνική ασφάλεια — και μάλιστα υπό το πρίσμα της κουρδικής παρουσίας και στις δύο πλευρές των τουρκοσυριακών συνόρων.

Σχόλιο: και τι θα κάνει η Τουρκία εάν το Ισραήλ συνεχίσει να βομβαρδίζει την οποιαδήποτε επιχείρηση τοποθέτησης Τουρκικών στρατευμάτων σε νέες (πλην των κατακτημένων) περιοχών στη Συρία; Θα επιτεθεί στο Ισραήλ με drone;

Γι' αυτόν τον λόγο, η προειδοποίηση του Μπάρακ αξίζει προσοχής. Κατά συνέπεια, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να συγκροτήσει έναν τριμερή μηχανισμό αποφυγής συγκρούσεων με τη συμμετοχή του Ισραήλ, της Τουρκίας και της Συρίας, ωστόσο μέχρι στιγμής δεν έχει προκύψει κάτι συγκεκριμένο. Μια τέτοια κίνηση είναι επιτακτική ανάγκη, αλλά αντιμετωπίζει το σύμπτωμα και όχι την υποκείμενη νόσο.

Το βαθύτερο πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι το Ισραήλ και η Τουρκία ανταγωνίζονται ολοένα και περισσότερο για τη διαμόρφωση της αρχιτεκτονικής της Μέσης Ανατολής στην εποχή μετά τον Άσαντ. Η καταστροφή της Γάζας από το Ισραήλ υπέσκαψε σε μεγάλο βαθμό τα πολιτικά θεμέλια της σχέσης τους, ενώ η κατάσταση στη Συρία μετατρέπει πλέον αυτή την πολιτική αποξένωση σε στρατηγικό ανταγωνισμό. Η πρόσφατη κίνηση της Τουρκίας να ζητήσει την έκδοση «Ερυθράς Αγγελίας» (Red Notice) της Interpol κατά του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, λόγω του ρόλου του στην ισραηλινή επίθεση κατά του στολίσκου «Σουμούντ» (Sumud) τον Οκτώβριο του 2025, αποτελεί ένδειξη του βαθμού στον οποίο έχουν επιδεινωθεί οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Μετά το πλήγμα στο Αμπού αλ-Ντουχούρ, ο άμεσος κίνδυνος σύγκρουσης φαίνεται να έχει υποχωρήσει κάπως, αν και η υποβόσκουσα αντιπαλότητα έχει οξυνθεί. Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν καταστήσει σαφές ότι θεωρούν την εγκαθίδρυση τουρκικών βάσεων ή συστημάτων αεράμυνας στη Συρία ως «κόκκινη γραμμή» και είναι έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν βία για να το αποτρέψουν. Παράλληλα, το Αζερμπαϊτζάν έχει επίσης επιδιώξει να μεσολαβήσει μεταξύ Άγκυρας και Ιερουσαλήμ. Έτσι, ακόμη και αν η διπλωματία συμβάλει στη μείωση του κινδύνου μιας τυχαίας σύγκρουσης, το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει άλυτο: μπορεί το Ισραήλ να ασκήσει βέτο στη στρατιωτική συνεργασία της Τουρκίας με τη νέα συριακή κυβέρνηση;

Προς το παρόν, η εκατέρωθεν επιφυλακτικότητα και η αμερικανική διαμεσολάβηση πιθανότατα θα αποτρέψουν μια άμεση σύγκρουση. Ωστόσο, η πορεία των εξελίξεων είναι αναμφίβολα επικίνδυνη. Εάν το Ισραήλ συνεχίσει να εκλαμβάνει τον διευρυνόμενο ρόλο της Τουρκίας στη Συρία ως απειλή για την ασφάλειά του, ενώ παράλληλα η Τουρκία ερμηνεύει όλο και περισσότερο τις ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες ως προσπάθεια επιβολής της περιφερειακής τάξης πραγμάτων, οι δύο ισχυρότερες μη αραβικές στρατιωτικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής ενδέχεται να περάσουν από την αντιπαλότητα στην ανοιχτή σύγκρουση — μια εξέλιξη που θα καθιστούσε το ήδη ταραγμένο περιβάλλον της περιοχής απείρως πιο επικίνδυνο.

Επιπλέον, μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε τις Ηνωμένες Πολιτείες ενώπιον ενός σοβαρού διλήμματος, αναγκάζοντάς τες να επιλέξουν ανάμεσα σε έναν σύμμαχο στο ΝΑΤΟ και στον στενότερο στρατηγικό τους εταίρο στην περιοχή. Η δύσκολη θέση της Ουάσιγκτον θα μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα κρίσιμη εάν, σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης, η Τουρκία επικαλούνταν τη ρήτρα συλλογικής άμυνας του Άρθρου 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ, η οποία επιβάλλει σε όλα τα μέλη την υποχρέωση να συνδράμουν οποιοδήποτε μέλος της Συμμαχίας δέχεται επίθεση. Δεδομένου ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι προσηλωμένη στη διασφάλιση της σταθερότητας στη Συρία υπό το καθεστώς που θα διαδεχθεί τον Άσαντ —ένας στόχος που συμμερίζεται και η Τουρκία— οφείλει να αξιοποιήσει κάθε μέσο πίεσης που διαθέτει έναντι του Ισραήλ, ώστε να το πείσει να αποκλιμακώσει την αντιπαράθεση με την Τουρκία προτού η κατάσταση φτάσει σε σημείο χωρίς επιστροφή.

Σχόλιο: μήπως η πίεση των ΗΠΑ θα πρέπει (επιτέλους) να ασκηθεί στην Τουρκία, ώστε να παραμείνει εντός των ορίων της, καθώς ο μεγαλοϊδεατισμός, ο επεκτατισμός και ο αναθεωρητισμός που την διακατέχει, αποτελεί βόμβα για το ΝΑΤΟ και την Ανατολική Μεσόγειο;

Αναπαραγωγή του άρθρου μπορεί να γίνει μόνο με ευδιάκριτη αναφορά στην πηγή CosmoStatus και χρήση live link




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου