Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Τα εισοδήματα των Ελλήνων είναι μεγαλύτερα από πολλών Ευρωπαίων!

Δεν χρειάζεται κούρεμα το Ελληνικό χρέος γιατί όχι απλά είναι βιώσιμο αλλά είναι πολύ καλύτερο από άλλες οικονομίες της ευρωζώνης, εκτιμά με άρθρο του στους Financial Times ο Λορέντζο Μπίνι Σμάγκι, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της ΕΚΤ.

Πολλές συζητήσεις αναφορικά με το Ελληνικό χρέος, που αυτή τη στιγμή διαμορφώνεται στο 175% του ΑΕΠ, ξεκινούν με την παραδοχή ότι δεν είναι βιώσιμο και δεν μπορεί να αποπληρωθεί.
Το επιχείρημα αυτό, όμως, είναι σε μεγάλο βαθμό αμφισβητήσιμο.

Κατ’ αρχάς τα κράτη ποτέ δεν αποπληρώνουν τα χρέη τους.
Το αναχρηματοδοτούν εκδίδοντας νέα χρέη.

Από αυτή την άποψη, η Ελλάδα σήμερα δεν αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, καθώς το χρέος της βρίσκεται κατά κύριο λόγο στα χέρια των επίσημων πιστωτών, δηλαδή στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και άλλων κρατών-μελών της ευρωζώνης.

Το χρέος έχει σχετικά μεγάλη διάρκεια, η οποία επεκτάθηκε στα 30 έτη.
Μπορεί να επεκταθεί περαιτέρω εάν χρειαστεί και εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις.
Σε γενικές γραμμές, το Ελληνικό χρέος παρουσιάζει πολύ μικρότερο κίνδυνο αναχρηματοδότησης από ό,τι ισχύει για άλλες χώρες της ευρωζώνης που πρέπει να εκδίδουν τίτλους δισεκατομμυρίων ευρώ κάθε χρόνο.

Κατά δεύτερον, η βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται από τη δυναμική που αναπτύσσεται με το χρόνο και όχι από το συνολικό του ύψος.
Ένας υψηλός δείκτης χρέους (ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ) μπορεί να είναι πιο βιώσιμος από έναν χαμηλό, εάν στην πρώτη περίπτωση αναμένεται να υπάρξει σταθεροποίηση και μείωση με το χρόνο, ενώ στη δεύτερη προβλέπεται αμείωτη ανοδική τάση.
Στην πράξη, η βιωσιμότητα του χρέους σχετίζεται αντιστρόφως με το επίπεδο των επιτοκίων που καταβάλλονται και επηρεάζεται θετικά από τον αναμενόμενο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας και την εξισορρόπηση του προϋπολογισμού σε πρωτογενές επίπεδο, η οποία πρέπει να επιτευχθεί.

Σε αυτά τα θέματα, η Ελλάδα τα πηγαίνει σχετικά καλά συγκριτικά με αρκετές άλλες οικονομίες της ευρωζώνης. Το βάρος των επιτοκίων στο χρέος διαμορφώνεται περίπου στο 4% του ΑΕΠ το 2015, επίπεδο χαμηλότερο από ό,τι ισχύει για χώρες όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία ή η Ιταλία και όχι πολύ μακριά από ό,τι ισχύει για τις ΗΠΑ.
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι επίσημοι πιστωτές δέχθηκαν μείωση των επιτοκίων στα δάνειά τους σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα που ισχύουν για τους καλύτερους δανειολήπτες της ευρωζώνης.
Επιπλέον, η Ελλάδα εκτιμάται ότι θα αναπτυχθεί φέτος κατά περίπου 3%, περισσότερο δηλαδή από το μέσο όρο ανάπτυξης που προβλέπεται για την ευρωζώνη.
Τέλος, αναμένεται να αυξήσει το πρωτογενές της πλεόνασμα στο 4,1% του ΑΕΠ (υψηλότερα κατά 1,4% του ΑΕΠ τον προηγούμενο χρόνο), καλύτερα από ό,τι η Πορτογαλία ή η Ιταλία.

Έτσι, το Ελληνικό χρέος εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ φέτος και περαιτέρω κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες το 2016 ώστε να συρρικνωθεί στο 135% του ΑΕΠ το 2019 με συνολική μείωση κατά 40 μονάδες σε πέντε χρόνια, περισσότερο από ό,τι απαιτείται από το δημοσιονομικό συμβόλαιο.

Στην Ιταλία, το χρέος εκτιμάται ότι θα σταθεροποιηθεί στο 135% του ΑΕΠ μόνο στην πορεία αυτού του έτους και στην Ισπανία μόνο τον επόμενο χρόνο. Το χρέος της Ιρλανδίας προβλέπεται ότι θα μειωθεί κατά 1 μονάδα φέτος και κατά 2,5 το 2016.

Εν ολίγοις, κοιτώντας τη δυναμική που αναπτύσσεται, το Ελληνικό χρέος δείχνει πιο βιώσιμο από ό,τι εκείνο αρκετών άλλων χωρών.
Μπορεί να υποστηριχθεί ότι το τίμημα για τη βιωσιμότητα του χρέους είναι υπερβολικά υψηλό για μία οικονομία που έχει υποστεί μεγάλη συρρίκνωση από την αρχή της κρίσης.
Πράγματι, συγκριτικά με τα προ κρίσης επίπεδα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα έχει μειωθεί περίπου 25%, περισσότερο από οποιασδήποτε άλλης χώρας της ευρωζώνης.
Στην Ιταλία ειδικότερα μειώθηκε 13%, στην Ισπανία 9% και στην Πορτογαλία 6%.

Παρ' όλα αυτά και παρά την πρόσφατη μεγάλη μείωση, το μέσο εισόδημα στην Ελλάδα είναι 8% υψηλότερο από ό,τι πριν από την υιοθέτηση του ευρώ, όπως είναι στην Ισπανία, τη Γαλλία και το μέσο όρο της ευρωζώνης και καλύτερα από ό,τι ισχύει για την Ιταλία και την Πορτογαλία.
Η αιτία είναι πως κατά τα οχτώ χρόνια προ της κρίσης – μεταξύ του 1999 και του 2007 – το μέσο εισόδημα στην Ελλάδα αυξήθηκε 36%, ποσοστό τριπλάσιο από το μέσο όρο της ευρωζώνης, που σαφώς δεν ήταν βιώσιμο και συνέβαλε στην έκρηξη της φούσκας.

Σε γενικές γραμμές το Ελληνικό χρέος δεν δείχνει τόσο άσχημο όσο φαίνεται με μία απλή αναφορά στο «175% του ΑΕΠ». Κατά συνέπεια, το αίτημα για ουσιαστική διαγραφή του δεν μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο στη βάση της βιωσιμότητας. Φαίνεται μάλλον πως στοχεύει στο να δημιουργηθούν τα περιθώρια χρηματοδότησης μίας πιο επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής.
Αυτό περιλαμβάνει, ωστόσο, τον κίνδυνο επιστροφής στις πολιτικές που εφαρμόζονταν προ κρίσης με αύξηση των δημοσίων δαπανών και εγκατάλειψη όλων των μεταρρυθμίσεων που χρειάζονται για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας, ώστε να γίνει μόνιμο μέλος της νομισματικής ένωσης.
Η διαφορά θα αφορά τη χρηματοδότηση, η οποία αυτή τη φορά έρχεται από άλλους φορολογούμενους της ευρωζώνης και όχι από τις αγορές.

Δυστυχώς, η εμπειρία δείχνει πως το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής θα είναι πιθανότατα το αίτημα μίας νέας διαγραφής χρέους μέσα σε λίγα χρόνια.

Αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι πως θα πρέπει να πέσει μεγάλη φτώχια στην Ελλάδα για να συγκινηθούν οι τοκογλύφοι.

Από την άλλη μεριά, οι Financial Times δημοσίευσαν ένα εκτενές άρθρο, για την αλήθεια (όπως λένε) για την διαγραφή του χρέους από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το δανειακό βάρος της Ελλάδας αντιστοιχεί σήμερα στο 177% του ΑΕΠ της επίπεδο που πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν μη βιώσιμο.

Σύμφωνα με το Ελληνικό website αναλύσεων Macropolis, σχεδόν τα μισά από τα συνολικά δάνεια που έδωσαν στην Αθήνα η ευρωζώνη και το ΔΝΤ στο πρόγραμμα διάσωσης του 2010 χρησιμοποιήθηκαν για την εξυπηρέτηση του χρέους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει ότι θέλει να διαγραφεί τουλάχιστον το ένα τρίτο του συνολικού Ελληνικού χρέους.
Όμως ακόμη δεν έχει παρουσιάσει το πώς θα γίνει αυτό, ενώ η χώρα θα παραμένει παράλληλα στην ευρωζώνη.
Δηλώνει επίσης ότι θα τηρήσει τις δανειακές υποχρεώσεις προς τους ιδιώτες επενδυτές.

Πράγματι, οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης συμφώνησαν τον Νοέμβριο του 2012 να μελετήσουν πρόσθετη ανακούφιση από το χρέος για την Ελλάδα, εφόσον κατάφερνε πρωτογενές πλεόνασμα, δηλαδή πλεόνασμα πριν τις πληρωμές τόκων, όπως και έγινε τα δύο τελευταία χρόνια και εφόσον συμμορφωνόταν στις δεσμεύσεις λιτότητας και μεταρρυθμίσεων.

Τι περιθώρια υπάρχουν όμως για να μειωθεί το δανειακό βάρος της Ελλάδας;
Η περσινή έξοδος στις διεθνείς αγορές της επέτρεψε να δανειστεί με επιτόκιο κάτω του 5%, αλλά το κόστος δανεισμού έχει εκτιναχθεί τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς αυξάνονται οι ανησυχίες για τη χώρα.
Πέρσι το καλοκαίρι, η Ελληνική κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να δανειστεί χρήματα για τρία χρόνια με επιτόκιο 3,5%. Τώρα το επιτόκιο 3ετούς δανεισμού έφτασε έως και το 13,5%.

Το Ελληνικό χρέος που κατέχουν ιδιώτες επενδυτές έχει σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από χρέος προς τον επίσημο τομέα και η επιστροφή των Αθηνών στις αγορές ήταν βραχύβια.
Έχασε την πρόσβαση τον Οκτώβριο, αποτρέποντας τα σχέδια για νέες εκδόσεις.

Οι Ελληνικές τράπεζες διέθεσαν σχεδόν 30 δισ. ευρώ σε νέα ομόλογα τον Δεκέμβριο του 2012, σε ένα σχέδιο επαναγοράς που είχε τη σύμφωνη γνώμη των διεθνών πιστωτών και μείωσε το δανειακό βάρος της χώρας κατά περίπου €20 δισ., αλλά συνεχίζουν να έχουν το μεγαλύτερο κομμάτι των βραχυπρόθεσμων εκδόσεων του κράτους, που ανέρχεται σε περίπου €15 δισ. εντόκων γραμματίων, τα οποία μετακυλίονται σε μηνιαίες δημοπρασίες.

Οι τέσσερις μεγάλες τράπεζες της Ελλάδας εκτιμάται ότι κατέχουν 2 δισ. ευρώ σε εκδόσεις νέων ομολόγων και επιπλέον 4-4,5 δισ. ευρώ σε νέα ομόλογα που δημιουργήθηκαν μετά το swap του 2012.

Συνολικά, οι επενδυτές του ιδιωτικού τομέα κατέχουν λιγότερο από το 15% του δανειακού βάρους.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται επενδυτές όπως η Capital Group, η οποία κατέχει ομόλογα τα οποία αναδιαρθρώθηκαν, fund managers όπως η Carmignac Gestion, που συμμετείχε στην πώληση νέων χρεογράφων, καθώς και επενδυτές που κρατούν ομόλογα τα οποία υπόκεινται στο διεθνές δίκαιο και αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στο swap.

Τα τρία τέταρτα περίπου του Ελληνικού δημοσίου χρέους (περίπου €270 δισ. σε σύνολο €317 δισ.) βρίσκονται στα χέρια του επίσημου τομέα: του ταμείου διασώσεων της ευρωζώνης EFSF, της ΕΚΤ, καθώς και του ΔΝΤ, σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ.

Από τα €270 δισ., στάση πληρωμής για τα €24 δισ. που είναι το χρέος προς το ΔΝΤ, θεωρείται το απόλυτο ταμπού, ακόμη και για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το χρέος που κατέχουν η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες είναι €54 δισ.
Η ΕΚΤ δεν είναι σε θέση να προσφέρει κάποια ανακούφιση, γιατί θα αντιστοιχούσε σε χρηματοδότηση εθνικής κυβέρνησης, που δεν επιτρέπεται.

Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα δάνεια είναι ουσιαστικά απαλλαγμένα τόκων, δεδομένου ότι η ευρωζώνη δέχτηκε να επιστρέψει στην Αθήνα τα όποια κέρδη από αυτούς του τίτλους.

Έτσι απομένουν τα χρέη προς την ευρωζώνη που έχουν τη μορφή των διακρατικών δανείων και των ομολόγων που έχει το EFSF.
Η Ε.Ε. έχει ήδη ελαφρύνει το βάρος αυτών των χρεών για την Αθήνα, μειώνοντας τα επιτόκια και παρατείνοντας τις λήξεις.

Σύμφωνα με ανάλυση των επιλογών που πραγματοποίησε το think-tank Bruegel, μειώνοντας τους τόκους στα 53 δισ. ευρώ των διακρατικών δανείων, σε επίπεδο που αντιστοιχεί σε αυτό του μέσου τριμηνιαίου κόστους δανεισμού της κάθε κυβέρνησης της ευρωζώνης, θα μειωθεί το δανειακό βάρος κατά 3,4% του ΑΕΠ ως το 2050 (σε καθαρή παρούσα αξία).
Μια πρόσθετη 10ετής παράταση αποπληρωμής θα φέρει μείωση επιπλέον 4,5% του ΑΕΠ.

Στα δάνεια €142 δισ. προς το EFSF, η Ελλάδα πληρώνει μόνο 1 μονάδα βάσης πάνω από το κόστος δανεισμού του ταμείου διασώσεων, οπότε δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια πτώσης των επιτοκίων. Αλλά μια 10ετής παράταση στη διάρκεια αποπληρωμής θα μειώσει το βουνό του χρέους κατά επιπλέον 8,1% του ΑΕΠ.

Όλες μαζί, αυτές οι παραχωρήσεις θα περιορίσουν το δανειακό βάρος της Ελλάδας μόνο στο 160% του ΑΕΠ περίπου, μέγεθος που απέχει πολύ από τον στόχο του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι το συνολικό μέγεθος έχει μικρότερη σημασία, όταν οι δόσεις είναι μικρές και επεκτείνονται σε διάστημα πολλών δεκαετιών.

Οι υπόλοιπες επιλογές, όπως τα φθηνά δάνεια με σταθερό επιτόκιο ή μια πολύ πιο δραστική διαγραφή χρεών του τύπου του Paris club, θα επιβάλουν άμεσες ζημίες στους πιστωτές και θα είναι αδύνατον να τις καταπιούν οι εταίροι της Ελλάδας στην ευρωζώνη.

Άρα θα πρέπει οι Έλληνες να καταπιούν αυτοί το κόστος των ανεξέλεγκτων δανείων που χορηγήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, ασχέτως αν οι Έλληνες πολίτες έχουν φτάσει στα όρια της αντοχής τους.
Επίσης βλέπουμε πως μέχρι το 2050, δεν προβλέπεται οικονομική ανάσα για τους Έλληνες.
Είναι δυνατόν όμως να αντέξει ένας λαός για τόσα χρόνια την λιτότητα που και πάλι ζήτησε-απαίτησε ο πολύς κ. Σόιμπλε;
Είναι δυνατόν να συνεχιστεί η διάλυση της χώρας στους τομείς της υγείας, της πρόνοιας, της παιδείας και της άμυνας;
Θα πρέπει να υπάρξει άμεσα αποπληρωμή των χρεών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, από τις πολεμικές αποζημιώσεις του 2ου ΠΠ και του κατοχικού δανείου, εάν θέλουν οι δανειστές να μπορέσει ο Ελληνικός λαός να προσπαθήσει να πληρώσει τα δανεικά που του φόρτωσαν.
 


Με πληροφορίες από το euro2day.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου