Η απόφαση του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να ξεκινήσει την στρατιωτική εκστρατεία εναντίον των αγιατολάχ του Ιράν σημαίνει ότι χώρες, όπως η Τουρκία και το Κατάρ, οι οποίες προηγουμένως ήταν αμφίθυμες σχετικά με τη στάση τους απέναντι στην Τεχεράνη, θα πρέπει τώρα να προβούν σε μια σοβαρή επανεκτίμηση των πραγματικών συμφερόντων τους.
Του Con Coughlin για το Gatestone Institute
Μετάφραση CosmoStatus
Πριν από την έναρξη της «Επιχείρησης Επική Οργή» από τον Τραμπ, της στρατιωτικής εκστρατείας που είχε ως στόχο να εξαλείψει οριστικά την ικανότητα του Ιράν να παράγει πυρηνικά όπλα, βαλλιστικούς πυραύλους ή να υποστηρίζει τους αντιπροσώπους του, αρκετοί σημαντικοί περιφερειακοί παράγοντες προσπάθησαν να παραμείνουν ουδέτεροι καθώς η ένταση μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης επιδεινώνονταν σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Παρόλο που ισχυρίζονταν ότι ήταν σύμμαχοι των ΗΠΑ, προσπάθησαν επίσης να διατηρήσουν δεσμούς με τους αγιατολάχ, ακόμη και όταν έγινε απολύτως σαφές ότι η κυβέρνηση Τραμπ ήταν αποφασισμένη να αντιμετωπίσει το Ιράν για τις σαφείς τακτικές καθυστέρησης που εφάρμοσε στον πρόσφατο γύρο των διαπραγματεύσεων για τα πυρηνικά.
Τώρα, μετά τον θάνατο του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, καθώς και δεκάδων άλλων εξέχοντων μελών του καθεστώτος, οι χώρες που στο παρελθόν προσπαθούσαν να διατηρήσουν εγκάρδιες σχέσεις με τους αγιατολάχ αντιμετωπίζουν μια δύσκολη επιλογή: θα διατηρήσουν τους δεσμούς τους με γνωστούς ισλαμιστές - εξτρεμιστές ή θα σφυρηλατήσουν στενότερους δεσμούς με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους;
Ο τρόπος με τον οποίο θα ανταποκριθούν σε αυτό το δίλημμα θα μπορούσε να έχει ζωτικές επιπτώσεις για τη μελλοντική τους ανάπτυξη. Ευθυγραμμιζόμενοι με τη Δύση, θα έχουν την ευκαιρία να επωφεληθούν από την πρόσβαση στη συναρπαστική τεχνολογική επανάσταση που λαμβάνει χώρα στη Σίλικον Βάλεϊ, η οποία περιλαμβάνει νέες τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη. Από την άλλη πλευρά, εάν επιλέξουν να διατηρήσουν τους δεσμούς τους με ακραίες ισλαμιστικές ομάδες, όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα και οι ιδρυτές του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν, θα αφεθούν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.
Τι θα γινόταν όμως αν επιλέξουν και τα δύο; Η Ουάσινγκτον και η Ιερουσαλήμ θα έπρεπε να προσέξουν ιδιαίτερα. Με την Ιρανική απειλή να έχει εξαφανιστεί, τι θα τους εμπόδιζε να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του Τραμπ και να απολαύσουν τα οφέλη του σύγχρονου πολιτισμού - και στη συνέχεια, όταν δεν θα είναι πλέον στην εξουσία, να συνεχίσουν να υποστηρίζουν την τρομοκρατία, τον θρησκευτικό εξτρεμισμό και την τζιχάντ (ιερό πόλεμο);
Απλώς επειδή κάποιος είναι ευχαριστημένος με μια ακμάζουσα οικονομία - όπως ήδη βλέπουμε με το Κατάρ - αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα είναι ευχαριστημένος με αυτό που ήδη αναφέρεται ως «ανησυχία» για την αυξημένη θέση του Ισραήλ στην περιοχή.
Η πρώτη υπόνοια ότι πολλοί Άραβες ηγέτες μπορεί να επανεξετάζουν το ουδέτερο καθεστώς τους στη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν ήρθε πριν από μια εβδομάδα, όταν οι ηγέτες του Κόλπου εξέφρασαν την καταδίκη τους για τις «απερίσκεπτες και αδιάκριτες επιθέσεις» του Ιράν στο έδαφος και τις υποδομές τους.
Οι ηγέτες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), ενός περιφερειακού οργανισμού που περιλαμβάνει τη Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, το Ομάν, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, δήλωσαν ότι εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να ασκήσουν το δικαίωμά τους «να απαντούν σε Ιρανικές επιθέσεις» προκειμένου να προστατεύσουν την περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα.
Σε μια προσπάθεια κλιμάκωσης της σύγκρουσης, το Ιράν έχει σκόπιμα στοχεύσει αρκετούς από τους γείτονές του στον Κόλπο, εκτοξεύοντας πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη με στόχο τοποθεσίες στο Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Ντουμπάι, το Άμπου Ντάμπι, το Ομάν, το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία. Οι επιθέσεις θεωρούνται από πολλούς ως ένα σκόπιμο σχέδιο του Ιρανικού καθεστώτος να πιέσει τα φιλοδυτικά κράτη του Κόλπου να καλέσουν τον Τραμπ και τους Ισραηλινούς να τερματίσουν τη στρατιωτική τους εκστρατεία εναντίον των αγιατολάχ.
Ωστόσο, κρίνοντας από την αντίδραση των ηγετών του Κόλπου, το Ιρανικό τέχνασμα είχε το αντίθετο αποτέλεσμα, με τους Άραβες ηγέτες να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να εγκαταλείψουν την ουδετερότητά τους και να παράσχουν ενεργά την υποστήριξή τους στην στρατιωτική εκστρατεία των ΗΠΑ.
Το μόνο κράτος μέλος του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου που αντιτάχθηκε στην αντιμετώπιση του Ιράν ήταν - όπως αναμενόταν - το Κατάρ, ένα κράτος που προσπάθησε να διατηρήσει δεσμούς με τους αγιατολάχ, ενώ παράλληλα έγινε ένας από τους κύριους υποστηρικτές των τρομοκρατών της Χαμάς στη Γάζα.
Ο πρώην Πρωθυπουργός και Υπουργός Εξωτερικών του Κατάρ, Σεΐχης Χαμάντ μπιν Τζάσιμ μπιν Τζάμπερ αλ Θάνι, προειδοποίησε ότι τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου «δεν πρέπει να συρθούν σε άμεση αντιπαράθεση με το Ιράν», παρόλο που η Τεχεράνη «παραβίασε την κυριαρχία των κρατών του Συμβουλίου και ήταν ο επιτιθέμενος».
Ένα άλλο σημάδι ότι η συμπεριφορά του αραβικού κόσμου σκληραίνει απέναντι στους μουλάδες του Ιράν ήρθε με μια κοινή δήλωση που εξέδωσαν οι ηγέτες του Μπαχρέιν, του Ιράκ, της Ιορδανίας, του Κουβέιτ, του Ομάν, του Κατάρ, της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, αναφέροντας ότι «οι ενέργειες του Ιράν αντιπροσωπεύουν μια επικίνδυνη κλιμάκωση που παραβιάζει την ανεξαρτησία πολλών χωρών και απειλεί την περιφερειακή σταθερότητα. Η στοχοποίηση αμάχων και χωρών που δεν εμπλέκονται σε εχθροπραξίες είναι απερίσκεπτη και αποσταθεροποιητική».
Μια άλλη σημαντική συνέπεια της Ιρανικής επιθετικότητας είναι ότι συνέβαλε στην επούλωση του βαθύτερου ρήγματος μεταξύ των ΗΑΕ και της Σαουδικής Αραβίας, οι σχέσεις των οποίων είχαν επηρεαστεί αρνητικά από τη ρήξη που προκλήθηκε από την εμπλοκή τους στις συγκρούσεις στην Υεμένη και το Σουδάν, όπου οι δύο μοναρχίες συχνά βρέθηκαν να υποστηρίζουν διαφορετικές πλευρές. Σε ένδειξη επαναπροσέγγισης, ο Σαουδάραβας πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και ο πρόεδρος των ΗΑΕ Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ μίλησαν για πρώτη φορά μετά από μήνες.
Το μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο στη Μέση Ανατολή σίγουρα κάνει τη θέση της Τουρκίας, μιας χώρας που έχει επιδιώξει να διατηρήσει ισχυρούς δεσμούς τόσο με την Ουάσινγκτον όσο και με την Τεχεράνη, να φαίνεται ακόμη πιο εκτεθειμένη, ειδικά αφότου ο Τούρκος Pρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καταδίκασε δημόσια την κοινή επίθεση ΗΠΑ - Ισραήλ στο Ιράν, λέγοντας ότι είναι «λυπημένος» για την εξάλειψη του Χαμενεΐ και εκφράζοντας τα «συλλυπητήρια» του στον λαό του Ιράν.
Η αντίδραση του Ερντογάν είναι ενδεικτική των στενών δεσμών που έχει αναπτύξει με τους αγιατολάχ του Ιράν και της αντίθεσής του στην ιδέα της ανάδυσης μιας δημοκρατικής, δυτικής κυβέρνησης στην Τεχεράνη.
Πριν από την έναρξη της Επιχείρησης Epic Fury, η Τουρκία είχε συνταχθεί στην προσπάθεια αρκετών Αραβικών κρατών για διαπραγμάτευση μιας «διπλωματικής λύσης» μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης.
Στόχος της Τουρκίας στις διαπραγματεύσεις ήταν να επιτευχθεί μια συμφωνία με την οποία η Τεχεράνη θα μπορούσε να διατηρήσει στοιχεία της πυρηνικής της υποδομής, διατηρώντας έτσι ανοιχτή την επιλογή οι μουλάδες να αναπτύξουν πυρηνικά όπλα σε μελλοντική ημερομηνία.
Η Τουρκία, που παραμένει μέλος της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, έχει κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να υπονομεύσει την στρατιωτική εκστρατεία της κυβέρνησης Τραμπ κατά του Ιράν, αρνούμενη στις Αμερικανικές δυνάμεις ζωτικής σημασίας πρόσβαση στον εναέριο, χερσαίο και θαλάσσιο χώρο της για τη διεξαγωγή επιχειρήσεων εναντίον των αγιατολάχ.
Το Πακιστάν, το οποίο συμμετέχει στο «Συμβούλιο Ειρήνης» του Τραμπ, παρά την αδυναμία του να αναγνωρίσει το Ισραήλ, έχει επίσης τηρήσει σαφή στάση υπέρ του Ιράν, αν και διατυπώνει προσεκτικά τις αντιρρήσεις του με βάση το διεθνές δίκαιο και όχι τη θεολογία.
Η κυβέρνηση Τραμπ σίγουρα πρέπει να λάβει υπόψη τη μακροπρόθεσμη εχθρική συμπεριφορά των λεγόμενων συμμάχων όπως η Τουρκία, το Κατάρ και το Πακιστάν, καθώς οι ΗΠΑ και το Ισραήλ προσπαθούν να καταστρέψουν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν μια για πάντα και ιδιαίτερα στην ανοικοδόμηση της Γάζας.
Τουλάχιστον, εάν η Τουρκία δεν είναι έτοιμη να υποστηρίξει τον Αμερικανικό στρατό σε περιόδους κρίσης και δεν ενεργεί πλέον ως σύμμαχος - και μάλιστα ενεργεί αντίθετα προς τα συμφέροντα των ΗΠΑ - τότε ο Λευκός Οίκος θα έκανε καλά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θα πρέπει να σταματήσουν κάθε στρατιωτική συνεργασία μαζί της.
Αναπαραγωγή του άρθρου μπορεί να γίνει μόνο με ευδιάκριτη αναφορά στην πηγή CosmoStatus και χρήση live link

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου